ΒΙΚΤΟΡ ΠΕΛΕΒΙΝ: Η ζωή και οι περιπέτειες του υπόστεγου Νούμερο ΧΙΙ

Στην αρχή ήταν μόνο μια λέξη και κατά πάσα πιθανότητα όχι μόνο μια – όμως αυτός δεν ήξερε τίποτα για αυτό. Στο μηδενικό του σημείο έβρισκε σανίδες που μύριζαν φρέσκια πίσσα και σαν μία στοίβα ξ΄θλων τοποθετημένη κάτω στο υγρό χορτάρι αποροφούσαν τον ήλιο(με τις πλευρές τους). Έβρισκε καρφιά στο κιβώτιο απο κόντραπλακες, σφυρί, πριόνια και τα λοιπά – και καθώς τα φανταζόταν, παρατηρούσε οτι επινοεί την εικόνα πιο γρήγορα απ’ ότι τη βλέπει. Η αμυδρή αίσθηση του εαυτού του εμφαωίστηκε αργότερα – όταν ήδη είχε μέσα του ποδήλατα και όλη η δεξιά πλευρά είχε τρείς σειρές απο ράφια. Στην πραγματικότητα τότε δεν ήταν ακόμα Νούμερο ΧΙΙ, αλλά απλά μία καινούρια διαμόρφωση της στοίβας των ξύλων. Όμως αυτές οι εποχές του άφησαν το πιο καθαρό και έντονο σημάδι στη μνήμη του: γύρο του ήταν ένας ανεξήγητος κόσμος και αυτός φαινόταν πως στην πορεία του σε αυτον τον κόσμο στάθηκε για κάποιο χρονικό διάστημα

Στην πραγματικότητα το μέρος δεν ήταν και απο τα καλύτερα – η πισινή αυλή του πενταόροφου κτιρίου ήταν δίπλά στο λαχανόκηπο και το σκουπιδαριό, - όμως άξιζε τον κόπο να στεναχωριέται κανείς; Αφού δεν θα είναι όλη του τη ζωή εδώ. Αν έμπαινε σ’αυτή τη σκέψη θα χρειαζόταν να απαντήσει ότι όλη του τη ζωή θα την περνούσε εδώ – όπως όλα τα γκαράζ. Όμως η γοητεία της αρχής της ζωής συνίσταται ακριβώς στην έλλειψη αυτών των σκέψεων. Απλά στεκόταν κάτω απο τον ήλιο, απολαμβάνοντας τον άνεμο που γλιστρούσε στις χαραμάδες αν φυσούσε απο το δάσος ή τον έπιανε μια ελαφριά μελαγχολία αν ο άνεμος φυσούσε απο την πλευρά του σκουπιδαριού. Μόλις αλλαζέ ο άνεμος η μελαγχολία περνούσε και δεν άφηνε κανένα σημάδι στην ψυχή του.

Κάποτε τον πλησίασε ένας άνδρας γυμνός μέχρι τη μέση με κόκκινες φόρμες, στα χέρια του κρατούσε ένα πινέλοκαι ένα τεράστιο τενεκεδένιο κούτι με μπογιά. Το υπόστεγο έμαθε να αναγνωρίζει τον άνδρα ο οποίος ξεχώριζε απο όλους τους υπόλοιπους ανθρώπος επειδή είχε πρόσβαση στο εσωτερικό στα ποδήλατα και στα ράφια. Στάθηκε στον τοίχο, βούτηξε το πινέλο στον τενεκέ και τράβηξε μια λαμπερή βαθυκόκκινη γραμμή στις σανίδες. Σε μια ώρα όλη η αποθήκη είχε γίνει κατακόκκινη, όπως ο κάπνος που ανέβαινε κυκλικά στον ουρανό σύμφωνα με κάποιες πληροφορίες. Το γεγονός αυτό αποτέλεσε ενά ορόσημο στην μνήμη του – πριν απο αυτό όλα είχαν ‘ενα κατακάθιτου άλλου κόσμου και της ευτυχίας.

Τη νύχτα μετά το βάψιμο το γκαράζ απέκτησε έναν μαύρο ρωμαϊκό αριθμό-όνομα ( τα γειτονικά υπόστεγα είχαν απλούς αριθμούς), και στέγνωνε με τη σκεπή καλυμένη με λαμαρίνα κάτω απο το φεγγάρι.

<<Που είμαι,- σκέφτηκε αυτός,- ποιός είμαι;>>

Απο πάνω ο ουρανός ήταν σκοτεινός. Μετά αυτός και κάτω καινούρια ποδήλατα, πάνω στα οποία απο τη χαραμάδα έπεφτε μια ακτίνα φωτός απο μια λάμπα στην αυλή και τα κουδούνια στα τιμόνια έλαμπαν πιο μυστήρια απο τ’στέρια. Επάνω στον τοίχο κρεμόταν ένα χουλαχούπ και το Νούμερο ΧΙΙ με τις πιο λεπτές του σανίδες το κατανοούσε σαν ένα σύμβολο αιώνιου αινήγματος του σύμπαντος, που παρουσιαζόταν – αυτό ήταν τόσο θαυμάσιο – και στην ψυχή του. Στα ράφια στην δεξιά πλευρά υπήρχε οποιαδήποτε χαζομάρα που έδινε ποικιλία και απαραμίλλη μοναδικότητα στον εσωτερικό του κόσμο. Σε μια κλοστή που τεντωνόταν απο τον έναν τοίχο στον άλλο, στέγνωναν душица και το μάλαθρο που θύμιζαν κάτι το οποίο δεν γίνεται με τα υπόστεγα. Και όμως ακριβώς αυτό του θύμιζε που και που οτι κάποτε δεν ήταν αποθήκη αλλά ένα εξοχικό σπίτι ή τουλάχιστον ένα γκαράζ.

Αισθάνθηκε τον εαυτό του και κατάλαβε οτι αυτό που ένιωσε ,- είναι ο εαυτός του- αποτελούμενος απο άπειρες μικρές ατομικότητες: απο αιθέριες προσωπικότητες αυτοκινήτων για την υπερνίκηση του διαστήματος που μύριζαν λάσιχο και ατσάλι, απο μυστηριώδεις ενδοσκοπήσεις του απομονομένου σ’αυτον τσέρκι, απο μικροπράγματα όπως καρφιά και παξιμάδια απο ψυχές απο άμμο, που ήταν σκορπισμένα στα ράφια. Το καθένα απο αυτά τα πλάσματα ειχέ ατελείωτες αποχρώσεις. Παρόλ’αυτά στον καθένα αντιστοιχούσε κάτι βασικό για αυτόν – κάποιο αποφασιστικό συναίσθημα. Και όλα αυτά ενωμένα, δημιούργησαν στο διάστημα μια καινούρια ενότητα, περιφραγμένη απο φρεσκοβαμμένες σανίδες, χωρίς σύνορα, που ήταν αυτό το Νούμερο ΧΙΙ. Π’ανω του στον ουρανό μέσα απο την ομίχλη και τα σύνεφα πλανιώταν ισόνομο το φεγγάρι... Απο τότε ξεκίνησε πραγματικά η ζωή του.

Σύντομα το Νούμερο ΧΙΙ κατάλαβε ότι πιο πολύ απο όλα του αρέσει η αίσθηση της πηγής και του διοχετευτή που ήταν τα ποδήλατα. Καμία φορά τις ζεστές καλοκαιρινές μέρες, όταν όλα γύρο ησύχαζαν, αυτό κρύφα ταύτιζε τον εαυτό του άλλοτε με διπλωτή <<Καμόϊ>>, και άλλοτε με <<Σπούτνικ>>, νιώθοντας δύο διαφορετικά είδη απόλυτης ευτυχίας.

Σε αυτή τη κατάσταση, είναι πολύ εύκολο να βρεθείς πενίντα χιλιόμετρα μακριά απο την πραγματική σου τοποθεσία και να κύλας για παράδειγμα στην έρημη γέφυρα πάνω απο την διώρυγα στις όχθες του μπετόν ή στην λιλά άκρη του ζεστού δημόσιου δρόμου. Να σρτίβεις στη σύραγγα που δημιουργήθηκε γύρο απο το στενό αμαξωτό δρομάκι με τους πολλούς θάμνους, για να περιπλανηθείς σε αυτούς, να βγείς σε άλλο δρόμο που οδηγεί στο δάσος και μετά να σκοντάψεις στην πορτοκαλή γραμμή πάνω απο τον ορίζοντα. Μάλλον θα μπορούσες να προχωράς πάνω της μέχρι το τέλος της ζωής σου, όμως δεν το ήθελες γιατί αυτή η δυνατότητα σου έφερνε την ευτυχία. Θα μπορούσες να βρεθείς μέσα στην πόλη, στην οποιαδήποτε αυλή, όπου μέσα απο χαραμάδες στην άσφαλτο φύτευαν κάποιοι μακριούς κορμούς για να περάσεις εκεί όλο το βράδυ – και γενικά όλα.

Όταν του ήρθε η όρεξη να μιλήσει για μερικές ανησυχίες του с оккультно ориентированнім гаражом, που ήταν δίπλα του, και του απάντησε ότι στην πραγματικότητα η μεγαλύτερη ευτυχία είναι απλά ένα πράγμα το οποίο συνίσταται στην εκστατική ένωση με αρχέτυπο του γκαράζ – εδώ πως μπορούσες να διηγηθείς στον σου για δυο διαφορετικά είδη ευτυχίας, όπου το ένα από αυτά θα ήταν στρωτό, και το άλλο θα είχε τρεις ταχύτητες.

- Τι, και εγώ πρέπει να προσπαθήσω να αισθανθώ των εαυτό μου σαν γκαράζ? – ρώτησε κάποτε.

- Άλλος δρόμος δεν υπάρχει,- απάντησε το γκαράζ – είναι αμφίβολο αν θα το καταφέρεις, όμως έχεις περισσότερες ελπίδες από ότι έχει ένα σπιτάκι για σκύλο ή ένα περίπτερο με τσιγάρα.

- Και αν μου αρέσει να νιώθω ότι είμαι ένα ποδήλατο?- εξέφρασε το πιο απόκρυφο του πράγμα το Νούμερο ΧΙΙ.

- Ну что же, чувствуй – δεν μπορώ να στο απαγορέψω. Για μερικούς τα κατώτερα συναισθήματα είναι το όριο, και με αυτό δεν μπορείς να κάνεις τίποτα,- είπε το γκαράζ.

- Και τι είναι αυτό που είναι γραμμένο με κιμωλία στο πλάγιο σου μέρος;- άλλαξε θέμα το Νούμερο ΧΙΙ.

- Δεν είναι η δουλειά σου, παλιοκοντράπλακε – απάντησε απότομα με κακία το γκαράζ.

Το Νούμερο ΧΙΙ μίλησε από θυμό για αυτό,- ποίος δεν θυμώνει όταν αποκαλούν τα συναισθήματα του κατώτερα? Μετά από αυτό το περιστατικό ни о каком общении с гаражом не могло быть и речи, και το Νούμερο ΧΙΙ δεν το μετάνιωσε. Ένα πρωί το γκρέμισαν το γκαράζ, και το Νούμερο ΧΙΙ έμεινε μόνο του.

Είναι αλήθεια ότι από την αριστερή πλευρά είχε δυο άλλα γκαράζ, όμως προσπαθούσε να μην τα σκέφτεται. Όχι επειδή ήταν λίγο διαφορετικής κατασκευής και βαμμένα σε θαμπό ασαφές χρώμα – σε αυτό μπορούσες να υποταχθείς. Άλλο ήταν το ζήτημα: δίπλα στον πρώτο όροφο του τετραώροφου κτηρίου, όπου μένανε οι ιδιοκτήτες του Νούμερο ΧΙΙ, βρίσκονταν ένα μεγάλο λαχανοπωλείο, και αυτά τα γκαράζ τους χρησίμευαν ως συμπληρωματικοί χώροι. Μέσα τους φυλάσσονταν καρότα, πατάτες, παντζάρια, αγγούρια, όμως αυτό που διαφοροποιούσε το κυριότερο πράγμα σε σχέση με το Νούμερο 13 και το Νούμερο 14, ήταν βέβαια το λάχανο μέσα σε δυο τεράστια βαρέλια καλυμμένα με πολυαιθυλικό. Το Νούμερο ΧΙΙ συχνά έβλεπε τα βαθιά τους σώματα σφιγμένα με χαλύβδινο τσέρκι, που κατρακυλούσαν έξω στην αυλή περικυκλωμένα από τη συνοδεία των καχεκτικών εργατών. Τότε τρόμαζε ακόμα πιο πολύ, και θυμόταν ένα από τα λεγόμενα του μακαρίτη του γκαράζ , το οποίο πότε-πότε του έλειπε: ‘’Από μερικά πράγματα στη ζωή πρέπει απλά όσο πιο γρήγορα γίνεται να στρέφεις τα νώτα σου’’- θυμόταν και κατευθείαν το ακολουθούσε. Η σκοτεινή δυσνόητη ζωή των γειτόνων, οι σάπιες αναθυμιάσεις τους και η ηλίθια ικανότητα της ζωής απειλούσαν το Νούμερο ΧΙΙ. Επειδή η ίδια η ύπαρξη αυτών των χαμηλών κτηρίων αρνούταν όλα τα υπόλοιπα και με κάθε σταγόνα της σαλαμούρας στα βαρέλια δήλωνε, ότι το Νούμερο ΧΙΙ δεν είναι χρήσιμος σε αυτό το σύμπαν. Εν πάση περιπτώσει, έτσι αποκρυπτογράφησε τα κύματα της κατανόησης του κόσμου που προέρχονταν από αυτούς.

Όμως η μέρα τελείωνε, το φως σιγόσβυνε, το Νούμερο ΧΙΙ γίνονταν ένα ποδήλατο, που έτρεχε στον έρημο αυτοκινητόδρομο, και να θυμόταν τους τρόμους της ημέρας ήταν πολύ αστείο.

Ήταν η μέση του καλοκαιριού, όταν κουδούνισε η κλειδαριά. Κατεβάστηκε ο σιδερόδεσμος της κλειδαριάς, και μέσα στο Νούμερο ΧΙΙ μπήκαν δυο – ο ιδιοκτήτης και μια γυναίκα. Το Νούμερο ΧΙΙ δεν την συμπαθούσε , επειδή κατά κάποιο ανεξήγητο τρόπο του θύμισε όλα αυτά που δεν χώνευε. Όχι ότι από τη γυναίκα μύριζε λάχανο και για αυτό του έκανε τέτοια εντύπωση – μάλλον αντίθετα, η μυρωδιά του λάχανου περιείχε πληροφορίες για αυτήν την γυναίκα. Με την εμφάνιση της σαν να εξέφραζε την ιδέα της ζύμωσης και ενσάρκωνε εκείνη τη καταπιεσμένη ελευθερία, στην οποία το Νούμερο 13 και 14 ήταν υπόχρεοι με το παρόν τους.

Το Νούμερο ΧΙΙ σκέφτηκε και οι άνθρωποι εν τω μεταξύ μιλούσαν:

Λοιπόν, να βγουν τα ράφια – και εντάξει, εντάξει…

Το υπόστεγο – πρώτης ποιότητας,- απάντησε ο ιδιοκτήτης, βγάζοντας έξω ποδήλατα,- τίποτα δεν στάζει. Και τι ωραίο χρώμα!

Έβγαλε τα ποδήλατα έξω και τα στήριξε στον τοίχο. Άρχισε άτακτα να μαζεύει όλα όσα υπήρχαν στα ράφια. Τότε το Νούμερο ΧΙΙ δεν αισθάνθηκε καλά.

Φυσικά και παλιότερα τα ποδήλατα συχνά εξαφανίζονταν για κάποιο διάστημα, και μπορούσε να κλείνει το κενό που παρουσιαζόταν με την μνήμη του. Μετά, όταν έβαζαν τα ποδήλατα στην θέση τους, εκπλήσσονταν Νούμερο ΧΙΙ από την ατέλεια των δημιουργημένων από την μνήμη του εικόνων σε σύγκριση με την πραγματική ομορφιά των ποδηλάτων, που απλά αναδύονταν στο χώρο με αυτά. Λοιπόν, εξαφανίζοντας τα ποδήλατα πάντα γυρνούσαν. Και όλοι αυτοι οι σύντομοι χωρισμοί με το βασικό αυτόν στην δικιά του ψυχή έδιναν τη ζωη του Νούμερο ΧΙΙ τηναπρόβλεπτη γοητεία της αυριανής ημέρας, ενώ τώρα όλα ήταν διαφορετικά. Τα ποδήλατα τα πήραν για πάντα.

Αυτός κατάλαβε την πλήρης και αναιδή ερήμωση, την οποία παρήγαγε σε αυτόν τον φορέα των κόκκινων παντελονιών – πρώτη φορά έγινε αυτό. Είχε ώρα που έφυγε κάπου η γυναίκα με την άσπρη ρόμπα, και ο ιδιοκτήτης ακόμα έψαχνε, μαζευλοντας τα εργαλεία στην τσάντα, βγάζοντας τους τενεκέδες. Και παλιές κολλημένες σαμπρέλες από τους τοίχους. Μετά έφτασε σχεδόν στην πόρτα το φορτηγό, και τα δυο ποδήλατα ύστερα από τις γεμάτες τσάντες βούτηξαν ταπεινά στο πισινό ξετυλιγμένο καραβόπανο του.

Το Νούμερο ΧΙΙ ήταν άδειος, και η πόρτα του ήταν ορθάνοιχτη.

Όμως παρόλα τα εμπόδια, αυτός συνέχισε να είναι ο εαυτός του. Μέσα του συνέχισαν να ζουν οι ψυχές όλων αυτών, που τους αφιέρωσε τη ζωή του. Αν και αυτές γίνανε παρόμοιες με τις σκιές, σαν πρώτα ανακατευόντουσαν μαζί, για να τον δημιουργήσουν, τον Νούμερο ΧΙΙ.

Και μόνο για να διατηρήσει την προσωπικότητα του χρειάζεται ισχυρή θέληση, την οποία θα μπορούσε να συγκεντρώσει.

Το πρωί παρατήρησε στον εαυτό του μια αλλαγή – δεν τον ενδιέφερε πλέον ο κόσμος γύρο του, και όλα αυτά που τον απασχολούσαν βρίσκονταν στο παρελθόν και μετατοπίζονταν με κύκλους στην μνήμη του. Ήξερε πώς να το εξηγήσει: ο ιδιοκτήτης φεύγοντας ξέχασε το τσέρκι, που έμεινε ως μοναδικό πραγματικό κομμάτι της σημερινής οραματικής ζωής του. Και για αυτό, τώρα το Νούμερο ΧΙΙ θύμιζε πολύ στον εαυτό του έναν κλειστό κύκλο. Όμως δεν είχε τη δύναμη να ασχοληθεί με αυτό και να σκεφτεί εάν θα του κάνει καλό ή κακό. Όλα αυτά τα πλημμύριζε και τα ξεχρωμάτιζε η μελαγχολία.

Κάποτε εμφανίστηκαν οι εργάτες, μπήκαν στην απροστάτευτη ανοιχτή πόρτα και μέσα σε μερικά λεπτά έριξαν τα ράφια. Δεν πρόλαβε το Νούμερο ΧΙΙ να νιώσει την καινούρια του κατάσταση, ξαφνικά ένα κύμα του τρόμου τον περιέλουσε και εν τω μεταξύ του έδηξε πόση ζωτική δύναμη είχε παραμείνει μέσα του για να αισθανθεί φόβο.

Έξω στην αυλή, προς το μέρος του κυλούσαν μία βαρέλα. Ακριβώς προς το μέρος του. Μέχρι και στον πάτο της νοσταλγίας του φαινόταν ότι χειρότερα από αυτά που έπαθε δεν μπορεί να δει κανείς στα όνειρά του, δεν ονειρευόταν για τέτοια ευκαιρία.

Η βαρέλα ήταν άσχημη. Ήταν τεράστια και κυρτή, ήταν πολύ παλιά. Και οι πλευρές της, που είχαν διαποτιστεί από κάτι τερατόμορφο, έβγαζαν μια μυρωδιά ενός φάσματος που μέχρι και οι δουλευταράδες συνηθισμένοι στις αναποδιές της ζωής, που το κυλούσαν, έστρεφαν τα νώτα τους και έβριζαν. Ταυτόχρονα, το Νούμερο ΧΙΙ έβλεπε κάτι απαραίτητο για τους εργάτες. Στην βαρέλα πάγωνε η προσοχή και με την υγρή ομοιότητα του ματιού αφομοίωνε τον κόσμο. Το Νούμερο ΧΙΙ λιποθύμησε και δεν είδε πως κατρακυλούσαν τη βαρέλα μέσα και τη γύριζαν στο πάτωμα βάζοντας ακριβώς στο κέντρο.

Το μαρτύριο συνεχίζεται. Πέρασαν δυο ημέρες και οι σκέψεις και τα συναισθήματα του Νούμερο ΧΙΙ άρχισαν σιγά-σιγά να περιτριγυρίζουν. Τώρα έγινε άλλος, και όλα μέσα του ήταν αλλιώς. Ακριβώς στο κέντρο της ψυχής του, εκεί, όπου κάποτε αναπαύονταν περιφραγμένες από τον άνεμο κορνίζες, τώρα χτυπούσε ζωντανός θάνατος, συμπυκνωμένος στη βαρέλα, που ανέπνεε αργά και σκεφτόταν. Οι σκέψεις αυτές τώρα γίνανε και του Νούμερο ΧΙΙ. Ένιωσε τη ζύμωση της σάπιας άλμης, και αυτά μέσα του έγιναν φουσκαλίδες, για να σκάσουν στην επιφάνια, δημιουργώντας κοιλότητα στο φύλλο της μούχλας. Μέσα του μετατοπίζονταν υπό την επίδραση του αερίου φουσκωμένα πτωματωδή αγγούρια. Μέσα του τεντώνονταν διατοπιμένα με βλέννα σανίδια, σφιγμένα με σκουριασμένο σίδερο. Όλα αυτά ήταν αυτός, το Γκαράζ Νούμερο ΧΙΙ.

Τα Νούμερα 13 και 14 δεν τον τρόμαζαν πλέον – αντίθετα, μεταξύ τους γρήγορα αποκαταστάθηκε μια μισό-ασυνείδητη συντροφικότητα. Όμως το παρελθόν δεν εξαφανίστηκε εντελώς – ήταν απλά απωθημένο και τσαλακωμένο. Για αυτό η καινούρια ζωή του Νούμερο ΧΙΙ ήταν διπλή. Από τη μια μεριά, συμμετείχε σε όλα με ίσια δικαιώματα με το Νούμερο 13 και 14, και από την άλλη – κάπου μέσα του κρύβονταν τα συναισθήματα – η συνείδηση/αντίληψη της τρομακτικής αδικίας των γεγονότων που του έτυχαν. Όμως το κέντρο βάρος του καινούριου πλάσματος του βρισκόταν, βέβαια, στη βαρέλα που έβγαζε συνεχής γλουγλουκισμό και τρίξιμο, και αντικαταστάθηκε με το υποτιθέμενο θρόισμα του λάστιχου.

Τα Νούμερα 13 και 14 του εξήγησαν ότι όλα αυτά που γίνανε, είναι στοιχειώδης ηλικιακή κρίση.

Η είσοδος στον πραγματικό κόσμο με τις ανησυχίες και αγωνίες του πάντα συνεπάγεται μερικές δυσκολίες,- έλεγε το Νούμερο 13,- εντελώς καινούρια προβλήματα γεμίζουν τη ψυχή.

Και πρόσθεσε επιδοκιμαστικά:

Δεν είναι τίποτα, θα το συνηθίσεις. Μόνο στην αρχή είναι δύσκολα.

Ο δέκατος τέταρτος ήταν ένα υπόστεγο της φιλοσοφικής κράσης, συχνά έλεγε για το πνευματικό θέμα και σύντομα έπεισε τον καινούριο σύντροφο, ότι αφού το ωραίο συνίσταται στην αρμονία ( ‘’Πρώτον’’,- έλεγε αυτός ), και μέσα – αυτό είναι αντικειμενικό – βρίσκονται τα αγγούρια ή το λάχανο (‘’Δεύτερον’’), τότε το ωραίο στη ζωή συνίσταται στην επίτευξη της αρμονίας με τα περιεχόμενα της βαρέλας και την εξάλειψη όλων που την εμποδίζουν. Κάτω από την άκρη της δικιάς του βαρέλας, για να μην χύνεται, είχαν βάλει ένα παλιό φιλοσοφικό λεξικό, από το οποίο συχνά ανάφερε αποσπάσματα. Το ίδιο το λεξικό τον βοήθησε να εξηγήσει στο Νούμερο ΧΙΙ, πως πρέπει να ζει. Παρόλα αυτά, το Νούμερο 14 δεν εμπιστεύτηκε τελείως τον πρωτάρη, αισθανόμενος κάτι σε αυτόν που ο ίδιος δεν παρατηρούσε πλέον μέσα του.

Σιγά-σιγά το Νούμερο ΧΙΙ πράγματι συνήθισε. Που και που αισθανόταν μέχρι και μια ιδιαίτερη έμπνευση, μια καινούρια θέληση στη δικιά του νέα ζωή. Και όμως η δυσπιστία των καινούριων των φίλων ήταν δικαιολογημένη. Μερικές φορές το Νούμερο ΧΙΙ έπιανε μια γρήγορη, όπως μια ακτίνα από την κλειδαρότρυπα, αναλαμπή από κάτι ξεχασμένο και τότε βουτούσε σε συγκεντρωμένη περιφρόνηση/απαξίωση στον εαυτό του. Τι να πεις για τους άλλους, που κάτι τέτοιες στιγμές απλά τους μιλούσε.

Όλο αυτό, βέβαια, καταπνιγόταν από την ανίκητη κοσμοαντίληψη της βαρέλας με τα αγγούρια, και σύντομα το Νούμερο ΧΙΙ απορούσε γιατί μεγαλοπιανότανΣιγά-σιγά έγινε πιο απλός και το παρελθόν όλο και πιο σπάνια τον τάραζε, επειδή δύσκολο είναι να προλαβαίνεις τα υπερβολικά διαβατάρικα ξεσπάσματα της μνήμης. Όμως συγχρόνως η βαρέλα όλο και πιο συχνά εμφανιζόταν ως μια εγγύηση της αντοχής και της ηρεμίας, όπως η σαβούρα στο καράβι. Που και που το Νούμερο ΧΙΙ ονειρευόταν τον εαυτό του – με την μορφή του πετρελαιοκίνητου ντίζελ, έπλεε στο αύριο.

Αισθάνθηκε την ιδιότροπη καλοσύνη που διέκρινε τη βαρέλα του,- όμως από τότε οριστικά της άνοιξε κάτι στον εαυτό του. Τώρα τα αγγούρια του φαινόντουσαν κάτι σαν τα παιδιά του.

Τα Νούμερα 13 και 14 ήταν καλοί σύντροφοι, και έβρισκε σε αυτούς το βασικό στήριγμα για το νέο του ξεκίνημα…? Καμιά φορά, το βράδυ και οι τρεις σιωπηλά ταξινομούσαν τα αντικείμενα στον πλανήτη, γεμίζοντας ολόγυρα με κοινή κατανόηση. Και όταν ένα οποιοδήποτε νέο χτισμένο σπιτάκι ταρακουνιόταν, το Νούμερο ΧΙΙ κοιτάζοντας το σκεφτόταν: ‘’Βλακεία… Δεν πειράζει, θα λογικευτεί – θα καταλάβει…’’.Μερικοί τέτοιοι μετασχηματισμοί γίνανε στα μάτια του, και αυτό ακόμα για μια φορά επιβεβαίωσε το δίκιο του. Αισθανόταν και μίσος – όταν στον πλανήτη εμφανιζόταν κάτι άχρηστο, Δόξα τον Θεό, αυτό γινόταν σπάνια. Περνούσαν μέρες και χρόνια, και φαινόταν πως δεν θα άλλαζε τίποτα πλέον.

Κάποτε ένα καλοκαιρινό βράδυ, εξετάζοντας τον χώρο του το Νούμερο ΧΙΙ έπεσε πάνω σε ένα παράξενο αντικείμενο: ένα αραχνιασμένο τσέρκι από πάστα. Στην αρχή δεν μπορούσε να καταλάβει, τι ήταν αυτό,- και ξαφνικά θυμήθηκε: αφού τόσα είχαν σχέση με αυτό το πράγμα! Η βαρέλα κοιμόταν μέσα του, και κάποια άλλη πλευρά του προσεκτικά ξεχώριζε τα νήματα της μνήμης. Όμως όλα αυτά ήταν εδώ και καιρό καταξεσχισμένα και δεν οδηγούσαν πουθενά. Μα υπήρχε κάτι; Ή όχι; Συγκεντρωμένα προσπαθούσε να καταλάβει, δεν θυμόταν τι ακριβώς. Για ένα δευτερόλεπτο δεν αισθάνθηκε τη βαρέλα και κάπως απομακρύνθηκε από αυτήν.

Ακριβώς εκείνη τη στιγμή στην αυλή μπήκε ? ένα ποδήλατο, και η ποδηλασία χωρίς κάποιο λόγω κουδούνισε 2 φορές με το κουδουνάκι στο τιμόνι. Και αυτό ήταν αρκετό – το Νούμερο ΧΙΙ ξαφνικά τα θυμήθηκε όλα.

Ποδήλατο.

Ασφαλτόδρομος.

Ηλιοβασίλεμα.

Η γέφυρα στο ποτάμι.

Θυμήθηκε ποιος είναι αυτός στην πραγματικότητα, και έγινε επιτέλους ο εαυτό του – πράγματι ο εαυτός του. Ότι είχε σχέση μ τη βαρέλα πέρασε σαν την ξερή κόρα. Μύρισε την απαίσια βρώμα της άλμης και είδε τους χθεσινούς του φίλους τα Νούμερα 13 και 14, έτσι όπως ήταν πριν. Όμως δεν είχε χρόνο να τα σκέφτεται αυτά – έπρεπε να βιαστεί, επειδή ήξερε ότι η καταραμένη βαρέλα εάν δεν τον υπέτασσε πάλι και θα τον έκανε όμοιο της.

Εν τω μεταξύ η βαρέλα ξύπνησε, το κατάλαβε, και το Νούμερο ΧΙΙ ένιωσε το γνωστό κύμα της κρύας αποβλάκωσης. Παλιά νόμιζε ότι ήταν δικιά του αποβλάκωση. Ξυπνώντας, η βαρέλα ξεκίνησε να τον γεμίζει και δεν μπορούσε με τίποτα να της απαντήσει, εκτός από ένα.

Κάτω από την προεξοχή της σκέπης περνούσαν δυο ηλεκτρικά καλώδια. Κάποτε περνούσαν από την τομή στο σανίδι, όμως έχει καιρό που βγήκαν από κει και τώρα σφηνώθηκαν με γυμνό χαλκό στο δέντρο το ένα πάνω στο άλλο. Μέχρι να συνέλθει η βαρέλα και να εξακριβώσει τι γίνεται, το Νούμερο ΧΙΙ έκανε ένα πράγμα: με όλες του τις δυνάμεις πάτησε αυτά τα καλώδια, χρησιμοποιώντας μια καινούρια δυνατότητα, που εμφανίστηκε σ’αυτόν από την απελπισία. Την επόμενη στιγμή τον εξαφάνισε μια ακίνητη δύναμη που έβγαινε από τη βαρέλα με τα αγγούρια. Για κάποιο διάστημα σταμάτησε να υπάρχει. Όμως η δουλεία έγινε – τα καλώδια βρέθηκαν στον αέρα, άγγιζαν ένα το άλλο και στο σημείο της συνάντησης τους ξέσπασε ασπρόλιλή φλόγα. Σε ένα δευτερόλεπτο έπεσε η ασφάλεια και το ρεύμα στα καλώδια εξαφανίστηκε. Όμως από το ξερό σανίδι ήδη ανέβαινε στενή λωρίδα καπνού. Μετά εμφανίστηκε φωτιά που δεν συναντούσε στο δρόμο της κανένα εμπόδιο, ξεκίνησε να μεγαλώνει και να πλησιάζει τη σκεπή.

Το Νούμερο ΧΙΙ συνήλθε μετά το χτύπημα και κατάλαβε ότι η βαρέλα αποφάσισε να τον εξόντωσειε. Έσφιξε όλο την ύπαρξη του σε ένα από τα πάνω σανίδια της σκεπής και ένιωσε ότι η βαρέλα δεν ήταν μόνη της – τη βοηθούσαν τα Νούμερα 13 και 14, που τον πίεζαν από έξω.

‘’Προφανώς,- με παράξενη ανακούφιση σκέφτηκε το Νούμερο ΧΙΙ,- για αυτούς τώρα γίνεται κάτι σαν χαλιναγώγηση του τρελού, αλλά μπορεί – прорезавшегося врага, που με τόση επιδεξιότητα υποκρινόταν δικός σου.’’ Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη σκέψη του, επειδή η βαρέλα, με όλη τη σαπίλα της πλακώθηκε στο όριο της ύπαρξης του, και διπλασίασε τις προσπάθειες της. Άντεξε και κατάλαβε, ότι το επόμενο χτύπημα θα είναι τελευταίο για αυτόν, και ετοιμάστηκε να πεθάνει. Ενώ περνούσε η ώρα το δεύτερο χτύπημα δεν πραγματοποιήθηκε. Τότε το Νούμερο ΧΙΙ επέκτεινε λίγο τα σύνορα του και ένιωσε δυο πράγματα. Το πρώτο ήταν ο φόβος της βαρέλας – κρύος και αργός, όπως και οι όλες τις επιδείξεις. Το δεύτερο ήταν η φωτιά που φλεγόταν γύρο και ήδη πλησίαζε το ταβάνι, που εμψύχωνε το Νούμερο ΧΙΙ. Καίγονταν οι τοίχοι, η λαμαρίνα έκλαιγε με φλογερά δάκρυα και με λυγμούς, ενώ κάτω καίγονταν πλαστικά μπουκάλια με ελαιόλαδο. Μερικά από αυτά σκάγανε, η άλμη έβραζε στη βαρέλα, η οποία παρόλη τη δύναμη της, καταστρέφονταν. Το Νούμερο ΧΙΙ επεκτάθηκε σε όλα τα μέρη της σκεπής, που ακόμα υπήρχε, και θυμήθηκε εκείνη την μέρα που τον βάψανε. Και το βασικό είναι ότι εκείνο το βράδυ: ήθελε να πεθάνει με αυτήν τη σκέψη. Από δίπλα ήδη καιγόταν το Νούμερο 13, και αυτό ήταν το τελευταίο πράγμα που πρόσεξε το Νούμερο ΧΙΙ. Όμως ο θάνατος δεν ερχόταν, και όταν το τελευταίο του πελεκούδι άρχισε να καίγεται, έγινε κάτι απρόοπτο.

Η διαχειρίστρια του δέκατου έβδομου μανάβικου, εκείνη η ίδια γυναίκα, πήγαινε σπίτι χωρίς διάθεση. Το απόγευμα, κατά τις έξι ξαφνικά πήρε φωτιά το υπόστεγο, όπου είχε λάδια και αγγούρια. Χύθηκε το λάδι και η φωτιά μεταδόθηκε στα διπλανά υπόστεγα – γενικά, ότι μπορούσε να καεί κάηκε. Από το δωδέκατο υπόστεγο μείνανε μόνο κλειδιά, ενώ από το δεκατοτρίτο και δεκατοτέταρτο – από μερικά καμένα σανίδια.

Ως που να συμπληρώσουν τα πρακτικά και να εξηγηθούν με τους πυροσβέστες, σκοτείνιασε και ήταν τρομακτικά να περπατάς, επειδή ο δρόμος ήταν ερημικός και τα δέντρα και από τις δυο πλευρές φαίνονταν σαν ληστές. Η διαχειρίστρια στάθηκε και κοίταξε πίσω – εάν την ακολουθούσε κανείς κατά πόδας. Ήταν ήρεμα. Έκανε ακόμα μερικά βήματα και κοίταξε πίσω: της φάνηκε ότι κάτι τρεμούλιασε μακριά. Για κάθε ενδεχόμενο παραμέρισε, πίσω από το δέντρο, και προσηλώθηκε τεταμένα στο σκοτάδι, περιμένοντας μέχρι να ξεκαθαριστεί η κατάσταση.

Στο πιο μακρινό ορατό σημείο του δρόμου εμφανίστηκε μια φωτεινή κηλίδα. ‘’Η μοτοσικλέτα!’’ – σκέφτηκε η διαχειρίστρια και ακόμα πιο δυνατά γραπώθηκε στο δέντρο. Όμως δεν ακουγόταν ο θόρυβος του κινητήρα. Η φωτεινή κηλίδα πλησίασε και φαινόταν πως δεν προχωρούσε από το δρόμο, αλλά πετούσε πάνω της. Ακόμα ένα δευτερόλεπτο και η κηλίδα μεταμορφώθηκε σε ένα απόλυτο ανύπαρκτο πράγμα – το ποδήλατο χωρίς τον ποδηλάτη, που πετούσε στο ύψος τριών ή τεσσάρων μέτρων. Η κατασκευή του ήταν παράξενη – η όψη του ήταν κακοφτιαγμένη, σαν να φτιάχτηκε από σανίδια. Όμως το πιο παράξενο ήταν ότι το ποδήλατο έλαμπε και αναβόσβηνε αλλάζοντας χρώματα. Μια γινόταν διαφανές από την άλλη άναβε με μια ανυπόφορη λάμψη. Δεν θυμόταν τον εαυτό της, η διαχειρίστρια βγήκε στη μέση του δρόμου και το ποδήλατο ολοφάνερα αντέδρασε στην εμφάνιση της. Κατέβηκε, χαμήλωσε την ταχύτητα και έκανε μερικούς κύκλους πάνω από το κεφάλι της ζαλισμένης γυναίκας. Μετά ανέβηκε επάνω, ΄΄πάγωσε΄΄ εκεί και αυστηρά σαν τον ανεμοδείκτη γύρισε πάνω από το δρόμο. Στάθηκε έτσι για μια στιγμή ή δύο και επιτέλους ξεκίνησε. Ανέπτυξε μια απίστευτη ταχύτητα και μετατράπηκε σε ένα αστραφτερό σημείο στον ουρανό. Μετά απ’αυτό εξαφανίστηκε.

Όταν η διαχειρίστρια συνήλθε, παρατήρησε ότι κάθεται στη μέση του δρόμου. Σηκώθηκε, τινάχθηκε και ξέχασε τελείως… Άλλωστε, ο Θεός ήταν μαζί της.

Μία μέρα στην Αθήνα: Ίλια Ιλφ και Γεβγκένι Πετρόφ

Ένα γαλάζιο σοβιετικό καταδρομικό βρισκόταν σε ανοιχτή ράδα, απέναντι από το προάστιο λιμάνι του Φαλήρου. Αριστερά, πίσω από το ακρωτήρι που ήταν πυκνά καλυμμένο με άσπρα και ροζ σπιτάκια, βρισκόταν το λιμάνι του Πειραιά. Δεξιά, σε έναν ψηλό λόφο, φαινόταν η Ακρόπολη της Αθήνας. Ήταν τέλος Οκτωβρίου. Ο ήλιος ακτινοβολούσε δυνατά, φυσούσε ένας άνεμος από την Αφρική, και η αρχαία σκόνη που ξεσήκωνε, δημιουργούσε μια ήπια καταχνιά.

Στις εφτά και τριάντα απέπλευσε το πρώτο πλοιάριο από το καράβι, και ξεκίνησε την τακτική συγκοινωνία με την ακτή.

Η ξύλινη αποβάθρα του θέρετρου, που στηριζόταν σε λεπτούς μεταλλικούς στύλους πλησίασε γρήγορα. Το πλοιάριο έκανε μια στροφή, τραμπάλισε στο δικό του κύμα και έδεσε στη σκάλα. Στην αποβάθρα βρισκόταν λίγος κόσμος, ο σηματωρός μας με τις σημαίες του, κάποιοι ηλιοκαμένοι αστυνομικοί και δυο Έλληνες σκοποί του ναυτικού, που φορούσαν στραβά τα λευκά τους πηλήκια και σκούρα μπλε παντελόνια δεμένα στον αστράγαλο.
Όλα έδειχναν πως η περίοδος των διακοπών είχε ήδη φτάσει στο τέλος της. Φαίνεται, έτσι είναι κανονισμένο σε όλο τον κόσμο, οι περίοδοι των διακοπών, ανεξαρτήτως από το κλίμα, να τελειώνουν τον Σεπτέμβρη. Ήταν μια ξηρή και ζεστή μέρα, ο ουρανός ήταν καθαρός και τα ζεστά κύματα χτυπούσαν αργά στην ακρογιαλιά. Σε ένα έρημο κίτρινο δρομάκι σερνόταν μια παρατημένη εφημερίδα, η εικόνα θύμιζε φθινόπωρο. Στις πόρτες ενός εστιατορίου, με σταυρωμένα τα χέρια στο στήθος, στεκόταν ένας σερβιτόρος με λευκή ποδιά και κοιτούσε μελαγχολικά τα άδεια μαρμάρινα τραπεζάκια. Στον τοίχο βρίσκονταν σε μία στιβάδα, πτυσσόμενες, σιδερένιες καρέκλες. Σύμφωνα με το ημερολόγιο η σεζόν είχε τελειώσει και κανένας ήλιος δεν μπορούσε να την γυρίσει.

Στην ακτή συνοστιζότανε Φαληριώτες. Δεν τους άφηναν να περάσουν προς την αποβάθρα. Μοναδική εξαίρεση ήταν τρεις τύποι με πολιτικά, που φορούσαν ανοιχτόχρωμα φθαρμένα καπέλα. Παρατηρούσαν προσεκτικά τους αξιωματικούς του κόκκινου στόλου, που αποβιβάζονταν. Αυτοί οι αξιότιμοι κύριοι έστριβαν σιωπηλά τα μουστάκια τους. Με αυτή την κίνηση έλαμπαν θολά στα δάκτυλά τους ασημένια δαχτυλίδια με αφύσικα μεγάλα διαμάντια.
Ένας από τους τρεις τύπους έβγαλε το καπέλο του και υποκλίθηκε εύθυμα μπροστά μας:

- Είστε αξιωματικοί του κόκκινου στόλου; - ρώτησε στα ρώσικα. – Πως σας περιμέναμε! Πλησίασε ακριβώς δίπλα, και γυρνώντας να κοιτάξει συνωμοτικά πίσω στους αστυνομικούς μας ψιθύρισε:

- Το ελληνικό προλεταριάτο βογκάει κάτω από το ζυγό του κεφαλαίου. Ε;

Ταραχτήκαμε και αναστατωμένοι προχωρήσαμε παραπέρα. Το πρόσωπο του νέου μας γνωστού έλαμπε, και μας κοιτούσε με τρυφερότητα καθώς απομακρυνόμασταν. Ενώ εμεις ήδη κατεβαίναμε στον υπόγειο σταθμό για να πάμε στην Αθήνα αυτός στεκόταν ακόμη στην αποβάθρα και μας χαιρετούσε με το καπέλο του.

Τι πιο πολύτιμο υπάρχει για την καρδιά του ταξιδιώτη από τα πρώτα λεπτά και τις πρώτες ώρες, τις οποίες περνάει σε μία χώρα, όπου δεν έχει πάει ποτέ και για την οποία δεν ξέρει τίποτα ακόμα; Δηλαδή, ξέρεις από βιβλία, ότι η Ακρόπολη βρίσκεται σε υψωμένο μέρος, αλλά δεν ξέρεις, ότι αυτό το ύψωμα, είναι ένας απότομος βράχος, που λάμπει κάτω από το φως του ηλίου. Ότι βαθιά από κάτω του απλώνεται η Αθήνα , και ότι τα μάρμαρα του Παρθενώνα είναι κίτρινα, καιροδαρμένα, τραχιά, και όχι άσπρα και λεία, όπως πιστεύαμε πάντα. Ξέρεις πολύ καλά, ότι η Αθήνα είναι η πρωτεύουσα της Ελλάδας, και βρίσκεται οχτώ χιλιόμετρα από τον Σαρωνικό κόλπο. Αλλά έχεις πραγματικά σκεφτεί, ότι θα πας από αυτό τον κόλπο σε αυτή την πρωτεύουσα με ένα αναχρονιστικό ηλεκτρικό τρένο; Το οποίο διαθέτει πρώτη και τρίτη θέση, αλλά για κόποιο λόγο όχι και δεύτερη. Ότι δίπλα σου στον πάγκο θα κάτσει μια θεόρατη Ελληνίδα με μαύρο φόρεμα, με γυμνά χέρια, χοντρά σαν πόδια. Ότι από το παράθυρο του βαγονιού θα φαίνεται ένας αυτοκινητόδρομος από άσφαλτο, στον οποίο θα περνάει αρχικά ένα παλιό, προπολεμικό φορτηγό, ξαναβαμένο, με την αγγλική επιγραφή «Στάνταρτ Όιλ». Μετά θα περάσουν γάιδαροι, φορτωμένοι με φρούτα. Ότι δίπλα από το τρένο περνούν γρήγορα πέτρινοι φράκτες, λαχανόκηποι, κυπαρίσσια, κάπου κάπου φοίνικες, μονώροφα σπιτάκια και ότι στο τέλος καθώς θα φτάνει στα προάστια, το τρένο θα κατέβει κάτω από τη γη, για να φτάσει στον τελικό σταθμό κάτω από την πλατεία Ομονοίας;

Είχαμε ανέβει στην πλατεία και κοιτάζαμε γύρω μας. Ένας αστυνομικός με άσπρα γάντια μέχρι τον αγκώνα κατεύθυνε τελετουργικά την όχι πολύ ζωηρή κίνηση. Στα πολυάριθμα περίπτερα πουλούσαν αλατισμένα αμύγδαλα σε διάφανα σακουλάκια, σύκα, μούσμουλα, και ξυραφάκια «ζιλέτ». Ήδη στην Κωνσταντινούπολη μας είχαν πει, ότι στην Αθήνα μια λεπίδα είναι απίστευτα φθηνή και ότι ο ίδιος ο κύριος Ζιλέτ με τα δικά του χαζά χνουδωτά μούσια δεν μπορεί να καταλάβει, πως αυτά τα Αθηναϊκά περίπτερα καταφέρνουν να πουλούν τα ξυράφια του πιο φθηνά, απ’ ότι στοίχιζαν στον ίδιο. Εμείς επίσης είχαμε εκπλαγεί. Εκπλαγήκαμε και αγοράσαμε. Σύντομα όμως το μυστικό του αθηναϊκού εμπορίου και της βιομηχανίας αποκαλύφθηκε. Οι λεπίδες ήταν όντως πραγματικές και πολύ φθηνές, αλλά δυστυχώς ήδη χρησιμοποιημένες τουλάχιστον τριάντα φορές.

Αυτό το μάθαμε πιο μετά, αλλά τώρα κοιτούσαμε αφοσιωμένοι τις πινακίδες των μαγαζιών. Τέτοιες πινακίδες μόνο σε όνειρο μπορείς να τις δεις. Όλο το ελληνικό αλφάβητο αποτελείται από ρώσικα γράμματα, υπάρχει επιπλέον το θήτα, αλλά να καταλάβεις κάτι είναι αδύνατον. Κάτω από τις πινακίδες έβγαιναν τρέχοντας πωλητές και μας προέτρεπαν «περάστε και δείτε με τα μάτια σας». Στη βιτρίνα του μικρού εστιατορίου «Βόλγα», που άνηκε σε εμιγκρέδες, βρισκόταν ένα πιάτο με μπορς και ήταν τοιχοκολλημένος ο κατάλογος: "Μικρορωσικό μπορς, νεορωσικοί κεφτέδες "[1].
Αλλά, παρά το μπορς, το γυμνασιακο θήτα, τις οδεσσίτικες μυρωδιές, τους καβουρδισμένους ξηρούς καρπούς και τα κάστανα, παρ’ όλο που οι λουστραδόροι με τα κασελάκια τους, διακοσμημένα με χαλκό έμοιαζαν να έρχονται από το Μπατούμι και την Τιφλίδα – αυτή ήταν μια εντελώς ξένη, ζεστή, μαρμάρινη πόλη, περικυκλωμένη από γυμνούς ρόδινους λόφους.


- Πως σας φαίνεται η Αθήνα;- ακούστηκε μια φωνή.

Από το αντίθετο πεζοδρόμιο πλησίασε προς την κατεύθυνσή μας αυτός ο ίδιος άνθρωπος με το φθαρμένο καπέλο, ο οποίος μας είχε μιλήσει στο λιμάνι. Μας έσφιξε θερμά τα χέρια και είπε βιαστικά:

- Μη νομίζετε, ότι θέλω να κερδίσω κάτι από σας. Αγαπάω πολύ τους Ρώσους. Εγώ ο ίδιος ζούσα κάποτε στον Καύκασο. Με λένε Κωνσταντίνο Παυλίδη. Είναι όντως η Αθήνα μια ψωραλέα πόλη;

Δεν προλάβαμε να απαντήσουμε.

- Εδώ υπάρχει τέτοια η τρομερή κρίση, - συνέχισε εύθυμα, - παντού αυτή η καπιταλιστική καταπίεση. Μήπως χρειάζεστε να αγοράσετε κάτι; Μπορώ να σας οδηγήσω. Εδώ ένας καπιταλιστής χρεοκόπησε, ξέρετε, μεγαλοβιομήχανος, και δήλωσε εκποίηση. Και αν δεν θέλετε να αγοράσετε τίποτα, τότε ας πάμε απλά να διασκεδάσουμε λίγο με την καταστροφή του.

Έσπρωξε τους πωλητές, οι οποίοι είχαν μαζευτεί γύρω μας, και κουνούσαν ξύλα απ’ όπου κρέμονταν μακριές άκοπες σειρές από λαχεία, και μας έσυρε σε κάποιο μαγαζί.

Καμαρώσαμε για λίγο τον ηλικιωμένο Έλληνα, που στεκόταν πίσω από τον πάγκο, τις λεπτές στοίβες από φανέλες, κάποια είδη ραπτικής και βγήκαμε σαστισμένοι στο δρόμο.
- Λοιπόν; ρώτησε γελώντας ο Παυλίδης. – Είδατε την μπουρζουαζία; Σύντομα θα τους πνίξουμε όλους. Θέλετε, να σας συστήσω στους δικούς μας; Ε; Ίσως χρειάζεται να παραδώσετε κάποιες προκηρύξεις, λογοτεχνία; Ε;

Υποπτευόμασταν φυσικά, ότι στην Αθήνα δεν υπάρχει και καμία μυστική υπηρεσία της προκοπής, τουλάχιστον όχι κάποιο «Ιντέλλιτζενς Σέρβις», όμως τέτοια αφέλεια και νοτιοευρωπαϊκή ανεμελιά δεν περιμέναμε.
Ανεβήκαμε βιαστικά σε ένα λεωφορείο, χωρίς να αποχαιρετήσουμε τον Παυλίδη. Δεν προσβλήθηκε καθόλου και για άλλη μια φορά μας χαιρέτησε με το καπέλο καθώς απομακρυνόμασταν.
Μας έτυχε ένα περίεργο λεωφορείο. Σχεδόν όλοι οι επιβάτες και ο εισπράκτοράς του φορούσαν πένθος. Απορημένοι από το γεγονός αυτό, αρχίσαμε να κοιτάμε εξερευνητικά. Αποδείχτηκε ότι και στους δρόμους οι περαστικοί, ως επί το πλείστον, φορούσαν περιβραχιόνια πένθους από λεπτό ύφασμα. Τι θα μπορούσε να σημαίνει αυτό;

Το λεωφορείο σταμάτησε απέναντι από ένα καφενείο. Στο πεζοδρόμιο γύρω από τα μαρμάρινα τραπεζάκια καθόταν κόσμος. Κάποιοι έπαιζαν τάβλι, άλλοι έπαιζαν χαρτιά, ρίχνοντάς τα σε ένα ειδικό τσόχινο υπόστρωμα, μερικοί έπιναν καφέ από μικρά φλιτζάνια, και άλλοι- σκέτο νερό. Μπροστά από έναν χοντρό, ο οποίος φαινόταν απελπισμένος πότης και άνθρωπος που χαραμίζει την ζωή του, στεκόταν ένα ψηλό ποτηράκι με μπίρα και σε ένα πιατάκι βρισκόταν ένα ορεκτικό – μια μεγάλη λαμπερή ελιά με καρφωμένη πάνω της μια οδοντογλυφίδα {1}. Η πλειοψηφία αυτών των πολυάσχολων ανθρώπων επίσης φορούσε πένθος.

Αυτό το αινιγματικό γεγονός μας βασάνιζε για πολύ καιρό. Και μόνο προς το βράδυ μάθαμε, ότι στην Ελλάδα συνηθίζεται να φοράνε πένθος για τους νεκρούς τρία ολόκληρα χρόνια. Και επειδή το φοράνε ακόμα και στην περίπτωση θανάτου μακρινών συγγενών, βρίσκεται σχεδόν πάντα. μια καλή αιτία για να βάλουν στο μανίκι πένθος. Και όταν ένας Αθηναίος φοράει πένθος, τότε αυτό δεν σημαίνει καθόλου, ότι περνάει βαριά θλίψη, ότι είναι απαρηγόρητος. Απλά ότι δυόμισι χρόνια πριν στην Χίο πέθανε η πρώτη ξαδέλφη της γιαγιάς της δεύτερης γυναίκας του αδελφού του, το όνομα και το επώνυμο της οποίας είχε ήδη καταφέρει να ξεχάσει, είτε Μερόπη Σιώνη, είτε Καλλιόπη Σινάκη. Τίποτα παραπέρα, μόνο αυτό.

Όταν είχαμε περάσει όλη την Σταδίου και είχαμε απομακρυνθεί αρκετά από τον Παυλίδη, βγήκαμε σε μια μεγάλη πλατεία, γεμάτη με τραπεζάκια. Συνήθως στις πλατείες των πόλεων βρίσκονται μνημεία, λειτουργούν σιντριβάνια, ή βρίσκονται χώροι στάθμευσης αυτοκινήτων. Αλλά στην Αθήνα πολλές πλατείες έχουν παραδοθεί στα καφενεία. Τα τραπεζάκια στην πόλη είναι τόσα πολλά, που ακόμη και αν όλος ο εμπορευόμενος πληθυσμός της Αθήνας, άφηνε τις εύκολες δουλειές του όπως την πώληση λαχείων και παλιών λεπίδων και κάθονταν στα καφενεία, ακόμη και τότε θα έμεναν πολλές άδειες θέσεις.

Μπροστά από το προεδρικό μέγαρο, στο μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη, μέσα σε μεγάλα, ραβδωτά φυλάκια φυλούσαν σκοπιά δυο εύζωνες με μεγαλοπρεπείς γκοφρέ φούστες, άσπρο καλσόν, όπως φορούν στην όπερα, και τσαρούχια με τεράστιες, χνουδωτές φούντες. Στο τοίχος πίσω από το μνήμα, ήταν χαραγμένες οι ονομασίες των τόπων, όπου Έλληνες στρατιώτες είχαν κερδίσει μάχες. Η λίστα ξεκινούσε με τις Θερμοπύλες και τελείωνε με την Οδησσό και την Χερσώνα.

Σχετικά με τις Θερμοπύλες δεν θα θέλαμε να μπλεχτούμε σε μια μακρόσυρτη και βαρετή λογομαχία με τους τοπικούς ιστοριογράφους. Όσον αφορά όμως την Οδησσό και την Χερσώνα, το δεκαεννιά τυχαία βρεθήκαμε σεμνοί μάρτυρες των νικηφόρων επιχειρήσεων των Ελλήνων επιδρομέων. Δεν είμαστε ειδικοί στα στρατιωτικά, αλλά, στα άπειρά μας μάτια, ποτέ πριν ένας τακτικός στρατός δεν υποχώρησε με τόση ταχύτητα, θόρυβο και βιασύνη. Οι επιδρομείς έτρεχαν από την πόλη προς το λιμάνι με πυρετώδη ταχύτητα, πουλώντας στην διαδρομή στον ιθαγενή πληθυσμό της Οδησσού αγγλικά ποδοφάσκια, γαλλικά τουφέκια και μουλάρια για μεταφορές. Προσέφεραν ακόμη και κανόνια, όμως οι αδιάφοροι Οδεσσίτες αρνούνταν ευγενικά.

Αλλά εδώ δεν υπήρχε κανένας να συζητήσουμε λίγο αυτό το ενδιαφέρον ιστορικό θέμα. Ο ήλιος έκαιγε, και οι ξανθοί εύζωνες στέκονταν ακόμα ακίνητοι στην σκιά των φυλακίων τους.

Εκείνη την στιγμή νιώσαμε καθαρά την παρουσία ενός ξένου σώματος στον αιθέρα. Και όντως! Προς την κατεύθυνσή μας έτρεχε ο Παυλίδης ανεμίζοντας το καπέλο του.

- Θαυμάζετε τους μισθοφόρους του κεφαλαίου; - μας ρώτησε λαχανιασμένος.

Ο διάβολος ξέρει, πόσο μονότονος άνθρωπος ήταν αυτός ο Παυλίδης! Στο κάτω κάτω η μητροπολιτική αστυνομία θα μπορούσε να μας είχε κολλήσει έναν πιο ικανό πράκτορα. Αυτός εκφραζόταν, σαν θετικός ήρωας από ένα κακό θεατρικό έργο της Ρωσικής Ένωσης Προλεταρίων Συγγραφέων. Όλη την ώρα καυτηρίαζε το κεφάλαιο και εξέθετε την αστική τάξη με ξύλινες εκφράσεις. Να του ξεφύγουμε ήταν αδύνατον. Μας προλάβαινε παντού.
Όταν κοιτούσαμε το προεδρικό μέγαρο, αυτός έστεκε πίσω μας και μας ψιθύριζε, ξεφυσώντας στους λαιμούς μας:

- Ωραίο θα ήταν να το ανατινάξουμε. Ε; Τουλάχιστον μια ωραία βομβίτσα; Ε; Αλλιώς πάμε εδώ στην γωνία, εκεί πουλάνε κάλτσες και γραβάτες. Τζάμπα! Αγγλικά προϊόντα! Ε; Εκεί ακριβώς θα δείτε, τι κρίση σπαράζει την καπιταλιστική κοινωνία.
Προφανώς, ο Παυλίδης δούλευε παράλληλα και ως μεσάζων κάποιου παντοπωλείου. Και τους δυο του ρόλους τους εκτελούσε ταυτόχρονα με απίστευτο ζήλο. Στο τέλος τον αποπέμψαμε.
Παντού στην πόλη έβλεπε κανείς σοβιετικούς ναύτες. Περπατούσαν ανά δύο ή σε ομάδες, μέχρι και είκοσι φορές την ημέρα συναντούσαν ο ένας τον άλλον για να σκορπιστούν και πάλι. Ανέβαιναν στην Ακρόπολη, σιγά σιγά περπατούσαν τρικλίζοντας στους δρόμους της αγοράς, συγκεντρώνονταν στην είσοδο της Εθνικής Πινακοθήκης και μπαινοβγαίνανε στα μαγαζιά. Και οπουδήποτε και αν πήγαιναν , γύρω τους σιγά σιγά μαζεύονταν πλήθη εργατών. Κατά το μεσημέρι σχηματίστηκαν από μόνες τις κάποιες διαδηλώσεις. Άρχισαν να τραγουδάνε την «Διεθνή», και στην Ακρόπολη, όπου πήγε μια μεγάλη εκδρομή κόκκινων ναυτών, Αθηναίοι εργάτες, άνθρωποι από το νότο και θερμόαιμοι, έδερναν τους τροτσκιστές, που προσπαθούσαν να περάσουν τα συνθήματά τους. Οι ναύτες με διπλωματία αλά Λιτβίνοβ[2] θαύμαζαν τον Παρθενώνα και τα Προπύλαια και προχώρησαν παραπέρα.

‘Εφτανε να σταματήσουν κάπου οι ναύτες για λίγα λεπτά, για να σχηματιστεί δίπλα τους κάτι σαν συγκέντρωση. Οι ναύτες, χαμογελώντας φευγαλέα, αμέσως απομακρύνονταν, αλλά το πλήθος δεν διασκορπιζόταν, άρχιζαν καυγάδες, έπεφτε ξύλο, εμφανίζόταν η αστυνομία.
Τις ημέρες της παραμονής του στολίσκου των σοβιετικών πλοίων κάθε γαλάζιο πουκάμισο του κόκκινου στόλου μετατρεπόταν στα μάτια των Ελλήνων εργατών σε κόκκινη σημαία.
Βλέποντας μια από αυτές τις πορείες εργατών, ο Παυλίδης, που δεν μας είχε αφήσει βήμα, βιάστηκε να πει μια ωραία μεστή φράση:
- Ιδού περνάνε τα ταξικά μου αδέλφια.
Και αμέσως έφυγε τρέχοντας από κάποια πύλη. Προφανώς, η συνάντηση με τα ταξικά του αδέλφια δεν ήταν μέσα στα σχέδιά του. Χρησιμοποιώντας την ευκαιρία να μείνουμε λίγο χωρίς τον φίλο μας Παυλίδη, γρήγορα στρίψαμε στην λοξή και βρώμικη Θεμιστοκλέους, περάσαμε τρέχοντας μπροστά από το καφενείο «Ποσειδώνας», το σινεμά « Πάνθεον», τα επιπλωμένα δωμάτια «Παρθενώνας» και το κλειδαράδικο «Μαραθώνιος» και κρυφτήκαμε σε ένα μικρό εστιατόριο. Δεν είχαμε προλάβει να κάτσουμε στο τραπεζάκι που βρισκόταν δίπλα στο παράθυρο, όταν πέρασε ο Παυλίδης από το εστιατόριο, κρατώντας το καπέλο του στο χέρι.

Tο άδειo εστιατόριο ήταν ήσυχο και δροσερό. Από τον δρόμο μπήκε ένας γέρος με γκρίζα μαλλιά και μαύρα φρύδια. Από την κορυφή ως τα νύχια ήταν καλυμμένος με μεγάλα και μικρά μαλακά σφουγγάρια. Από σεβασμό προς την ηλικία του έπρεπε να αγοράσουμε σφουγγάρια. Στην βιασύνη μας διαλέξαμε το πιο μεγάλο. Δεν είχαμε που να το βάλουμε. Και έτσι πήγαμε με αυτό μετά στην Ακρόπολη, σαν να πηγαίνουμε σε λουτρό.
Πλησίασε ο σερβιτόρος και πήρε την παραγγελία μας, την οποία εξηγούσαμε με την βοήθεια ενός εφιαλτικού μείγματος αγγλικών, γαλλικών και ιταλικών.

- Ίγκλις; - ρώτησε ο σερβιτόρος, – Φρεντς; Ιτάλιεν;

- Ρους, - απαντήσαμε.
-
Ρους; – ξαναρώτησε ο σερβιτόρος.
-
Ρους. Σοβιέτ.
Ο σερβιτόρος κοκκίνισε απότομα.
-
Ζήτω, ζήτω, ζήτω, - είπε ξαφνικά χαμηλόφωνα, αλλά με μεγάλη έκφραση. - Ζήτω, ζήτω, ζήτω, – επανέλαβε γρήγορα με την ίδια έμφαση.

Και μας κοίταξε με ένα τόσο λατρευτικό βλέμμα, που ντραπήκαμε.

Ταραγμένος έκανε κύκλους γύρω μας, σέρβιρε κάποιο φθηνό κρασί, έφερνε προς το τραπέζι μας τους σερβιτόρους από τα διπλανά καφενεία και τους διηγήθηκε κάτι. Στέκονταν λίγο πιο εκεί. Μετά ένας από αυτούς πλησίασε και σιωπηλά ζωγράφισε στο μαρμάρινο τραπεζάκι ένα σφυροδρέπανο. Και όταν πια πληρώναμε, ο σερβιτόρος μας έβαλε προσεκτικά ένα σημειωματάκι στα αγγλικά: «Σύντροφοι, εμείς αγωνιζόμαστε εδώ για την Σοβιετική Ένωση». Για να λέμε την αλήθεια, είχαμε ταραχτεί πραγματικά και, έχοντας βγει από το μικρό εστιατόριο, τριγυρνούσαμε σιωπηλά για πολύ ώρα στους δρόμους. Το σημείωμα το φυλάμε, σαν την πιο ζεστή ανάμνηση από την Ελλάδα.

Παρ’ όλ’ αυτά ο Παυλίδης μας χάλασε τις τελευταίες μας ώρες στην Αθήνα.
Περιπλανιόμασταν στην Ακρόπολη ανάμεσα στα καλοβαλμένα ερείπια. Ένας πλανόδιος φωτογράφος, ολόιδιος ο συνάδελφός του στην λεωφόρο Τβέρσκι, μόνο λιγάκι πιο μελαμψός, εστίασε την ξύλινη φωτογραφική του μηχανή σε μια μεσοκοπή Αγγλίδα κορασίδα. Από τα σύνεργα της Μόσχας, του έλειπε μόνο ένα λινό φόντο με σχεδιασμένα πρόχειρα πάνω του κιγκλιδώματα, κιόσκια και ζέπελιν. Αλλά εδώ αυτό δεν χρειαζόταν. Οι καρυατίδες του Ερεχθείου αντικαθιστούσαν την διακόσμηση.
Πολλές φορές επισκεφτήκαμε την μικρή πλατειούλα της Ακρόπολης και, αφού περπατούσαμε πάνω στις ραγισμένες πλάκες του Παρθενώνα, κάτσαμε στα ζεσταμένα από τον ήλιο γιγάντια σκαλοπάτια του. Μας κατέλαβε ένα παράξενο και λίγο μελαγχολικό συναίσθημα.

«Τελικά, - σκέφτηκε ο καθένας από μας, - εδώ, σ’αυτό το μικρό κομματάκι γης, πάρα πολλά έχουν αρχίσει. Και η φιλοσοφία, και η αρχιτεκτονική, και η λογοτεχνία, και το θέατρο. Μπορεί, από αυτό το ίδιο το μέρος, στο οποίο καθόμαστε, και την ίδια ακριβώς ώρα μπορεί ο Σωκράτης να κοιτούσε στοχαστικά τον κόλπο, ή μπορεί ο Ηράκλητος να κοιτούσε την θάλασσα, αρχίζοντας να φιλοσοφεί, ότι τα πάντα ρεί...»
Γενικά, το μυαλό μας ξεχείλιζε από θριαμβευτικές και ευχάριστες, αλλά δυστυχώς, κοινότυπες σκέψεις.
Και όταν τελικά είχαμε συγκινηθεί και ετοιμαζόμασταν να μοιραστούμε ο ένας με τον άλλον τις σκέψεις μας, ότι ήδη εδώ και δυόμισι χιλιάδες χρόνια ο ήλιος φωτίζει τα μάρμαρα του Παρθενώνα, από πίσω από μια κολόνα ακούστηκε μια γνωστή φωνή:

- Εδώ σάπιζε η αρχαία ελληνική μπουρζουαζία. Εδώ παπάδες και ιερείς δηλητηρίαζαν την συνείδηση…

Με λύπη γυρίσαμε το κεφάλι μας. Πίσω από μια κολόνα βγήκε ο Παυλίδης. Στο ιδρωμένο του πρόσωπο είχε παγώσει ένα καλοσυνάτο αστυνομικό χαμόγελο.
- Μια στιγμή, - είπε. – υπάρχουν ωραίες πλεκτές ζακέτες, δώρο για γυναίκες και κόρες...

Ορμήξαμε προς την έξοδο, κάνοντας μεγάλα βήματα στην σκάλα των Προπυλαίων. Πίσω μας, σηκώνοντας μαρμάρινη σκόνη, μας κυνηγούσε ο Παυλίδης.

Το πρωί το καταδρομικό σήκωσε την άγκυρα του. Ήχησαν οι πυροβολισμοί των αποχαιρετιστήριων ομοβροντιών. Το καταδρομικό πλέοντας αρμονικά βγήκε στα ανοιχτά, και μετά από μια ώρα η Αθήνα, η επαρχιακή Αθήνα, όπου υπάρχουν τόσο μεγάλη φτώχεια, ήλιος, αρχαία μεγαλειότητα και επαναστατικά πάθη, είχε εξαφανιστεί από τα μάτια μας.

1936

1 Πρώτα τρώνε την ελιά, και μετά, στην διάρκεια των επόμενων τεσσάρων-πέντε ωρών της διαμονής τους στο καφενείο, σκαλίζουν απορροφημένοι με μια οδοντογλυφίδα τα δόντια τους - έτσι σιγά σιγά ο χρόνος περνάει (ΣτΣ).

Μετάφραση

ΛΕΝΑ ΓΚΑΛΜΠΕΝΗ



[1] ΣτΜ: «Μικρά Ρωσία» είναι η ιστορική ονομασία για την γεωγραφική περιοχή της σημερινής Ουκρανίας.

Η «Νέα Ρωσία» είναι ιστορική περιοχή που βρίσκαται στη νότια Ουκρανία και νότια Ρωσία.

[2] ΣτΜ: Μαξίμ Μαξίμοβιτς Λιτβίνοβ (1876-1951), Ρώσος επαναστάτης και σοβιετικός διπλωμάτης. Την πολιτική του ξεχώρισε η προσπάθεια προσέγγισης των δυτικών δυνάμεων που συνέβαλε σημαντικά στο να βγεί η Σοβιετική Ένωση από την μεταεαπναστατική της απομόνωση.

Κωνσταντίν Παουστόφσκι:Το χιόνι

Ο γέρος Ποταπόφ πέθανε ένα μήνα μετά την εγκατάσταση της Τατιάνας Πετρόβνα
στο σπίτι του. Η Τατιάνα Πετρόβνα έμεινε μόνη με την κόρη της, την Βάρια, και την ηλικιωμένη παραμάνα.
Το σπίτι ήταν μικρό- όλο κι όλο τρία δωμάτια – βρισκόταν στο βουνό, πάνω από το ποτάμι και απομακρυσμένο από την πόλη. Πίσω από το σπίτι, στον κήπο, άσπριζε ένα δασάκι από σημύδες. Εκεί κελαηδούσαν τα πουλιά από το πρωί μέχρι το σούρουπο. Καθώς έπεφταν από τα σύννεφα πάνω στις γυμνές κορυφές έφερναν την κακοκαιρία.
Η Τατιάνα Πετρόβνα, μετά από την Μόσχα, για πολύ καιρό δεν μπορούσε να συνηθίσει αυτή την ερημική πόλη, το σπιτάκι με την αυλόπορτα να τρίζει και τα σιωπηλά βράδια, όταν το μόνο που ακουγόταν που και που ήταν το τρίξιμο της λάμπας πετρελαίου.
"Πόσο ανόητη είμαι", - σκέφτηκε η Τατιάνα Πετρόβνα. "Γιατί έφυγα από την Μόσχα και εγκατέλειψα το θέατρο, τους φίλους μου; Έπρεπε να άφηνα την Βάρια στην παραμάνα της στο Πούσκινο - εκεί δεν γίνονταν πολλές αεροεπιδρομές -, και να έμενα μόνη στη Μόσχα.
"Αχ Θεέ μου πόσο ανόητη είμαι ." Όμως η επιστροφή στη Μόσχα ήταν ήδη κάτι το απαγορευμένο. Η Τατιάνα Πετρόβνα αποφάσισε να δίνει παραστάσεις στο πρόχειρο νοσοκομείο, το οποίο απείχε ελάχιστα από την πόλη, και έπειτα ησύχασε. Τελικά η πόλη άρχισε να της αρέσει, κυρίως όταν ήρθε ο χειμώνας και γέμισε παντού χιόνι. Τότε οι μέρες περνούσαν ομαλά.
Το ποτάμι για πολύ καιρό δεν είχε παγώσει, μέσα από το πράσινο αναδυόταν ατμός. Η Τατιάνα Πετρόβνα συνήθισε τόσο την πόλη όσο και το σπίτι. Συνήθισε και το ακούρδιστο πιάνο και τις κιτρινισμένες φωτογραφίες στους τοίχους, που απεικόνιζαν τα άρματα των πεζοναυτών. Ο γέρο-Ποταπόφ ήταν στο παρελθόν μηχανικός στα καράβια. Πάνω στο γραφείο του που ήταν καλυμμένο με πράσινη τσόχα, βρισκόταν η μινιατούρα του καταδρομικού πλοίου "Ο Βροντερός", με το οποίο ταξίδευε στο παρελθόν.
Στη Βάρια είχαν απαγορέψει να αγγίζει τη μινιατούρα. Και γενικώς δεν επέτρεπαν σε κανέναν να την αγγίζει. Η Τατιάνα Πετρόβνα γνώριζε ότι ο Ποταπόφ είχε έναν γιό, ο οποίος τώρα υπηρετούσε στο στόλο της Μαύρης Θάλασσας. Στο γραφείο δίπλα από τη μινιατούρα βρισκόταν η κάρτα του. Μερικές φορές η Τατιάνα Πετρόβνα την έπαιρνε και την κοίταζε προσεκτικά και με σουφρωμένα τα φρύδια συλλογιζόταν. Της φαινόταν ότι κάποτε τον είχε συναντήσει, πριν πολύ καιρό, πριν ακόμα και από τον αποτυχημένο γάμο της. Όμως πού; Πότε; Ο ναυτικός την κοιτούσε γεμάτος ηρεμία, λιγάκι ειρωνικά σαν να την ρωτούσε "Τελικά είναι δυνατόν να μην θυμάστε πού έχουμε συναντηθεί;"
- Όχι, δεν θυμάμαι, - απάντησε χαμηλόφωνα η Τατιάνα Πετρόβνα.
- Μαμά με ποιόν έπιασες κουβέντα; - φώναξε από το διπλανό δωμάτιο η Βάρια.
- Με το πιάνο! απάντησε η Τατιάνα Πετρόβνα χαμογελώντας.
Στη μέση του χειμώνα άρχισαν να φτάνουν γράμματα με το όνομα Ποταπόφ τα οποία ήταν γραμμένα από το ίδιο χέρι. Η Τατιάνα Πετρόβνα τα τακτοποιούσε στο γραφείο. Ένα βράδυ ξύπνησε, το χιόνι έλαμπε αμυδρά στο παράθυρο. Στο ντιβάνι ροχάλιζε ο γκρι γάτος Αρχίπ, τον οποίο είχαν κληρονομήσει από τον Ποταπόφ. Η Τατιάνα Πετρόβνα έριξε πάνω της μια ρόμπα, πήγε στο γραφείο του Ποταπόφ και κοντοστάθηκε στο παράθυρο. Από το δέντρο ανασηκώθηκε σιωπηλά ένα πουλί, τινάζοντας πίσω του το χιόνι. Η άσπρη σκόνη έπεφτε για ώρα ακόμα, καλύπτοντας ελαφρά τα τζάμια.
Η Τατιάνα Πετρόβνα άναψε το κερί, κάθισε στην πολυθρόνα του γραφείου και κοίταξε τη γλωσσίτσα της φωτιάς. Μετά ξαφνικά πήρε ένα από τα γράμματα, το ξεσφράγισε και ρίχνοντας μια ματιά πίσω της, άρχισε να το διαβάζει.
"Αγαπητέ μου γέρο", - διάβασε η Τατιάνα Πετρόβνα – εδώ και ένα μήνα βρίσκομαι στο στρατιωτικό νοσοκομείο. Η πληγή δεν είναι πολύ σοβαρή και γενικά επουλώνεται. Για τον Θεό μην ανησυχείς και μην καπνίζεις πολλά τσιγάρα. Σε ικετεύω."
"Συχνά σε σκέφτομαι με νοσταλγία, πατέρα", – διάβασε παρακάτω η Τατιάνα Πετρόβνα –, "και το σπίτι μας και την πόλη μας. Όλα είναι τόσο μακριά, σαν να βρίσκονται στην άλλη άκρη του κόσμου. Κλείνω τα μάτια μου και με βλέπω να ανοίγω την αυλόπορτα και να προχωρώ στον κήπο. Ο χειμώνας, το χιόνι αλλά και το μονοπάτι προς το παλιό κιόσκι πάνω από την χαράδρα, οι θάμνοι, οι πασχαλιές - όλα είναι μέσα στη πάχνη. Στα δωμάτια οι σόμπες τρίζουν, ο καπνός από τις σημύδες μοσχοβολάει. Το πιάνο τελικά κουρδίστηκε και εσύ σφήνωσες στα κηροπήγια τα στριφτά πράσινα κεριά που σου έφερα από τον Λένινγκραντ. Στο πιάνο οι ίδιες νότες: η εισαγωγή από τη "Ντάμα Πίκα" και το τραγούδι "Για τα ακρογιάλια της μακρινής πατρίδας". Χτυπάει το κουδουνάκι της πόρτας; Δεν πρόλαβα να το επιδιορθώσω. Στα αλήθεια θα τα ξαναδώ όλα αυτά; Στα αλήθεια θα ξαναπλυθώ ξανά με το πηγαδίσιο νερό του δρόμου μέσα από την στάμνα; Θυμάσαι; Αχ και να ήξερες πόσο τα αγαπάω όλα αυτά εκεί μακριά. Μην απορείς, αλλά σου μιλάω εντελώς σοβαρά. Τα αναπολώ όλα αυτά σε κάποιες φοβερές στιγμές της μάχης. Ήξερα ότι υπερασπιζόμουνα όχι μόνο ολόκληρη την χώρα αλλά και κείνη τη μικρή και πολύ αγαπημένη μου γωνία – κι εσένα και τον κήπο μας και τα αγοράκια με τα φουντωτά μαλλιά και το δασάκι με τις σημύδες στο ποτάμι - ακόμα και τον Αρχίπ. Σε παρακαλώ μην γελάσεις και μην κουνήσεις το κεφάλι σου."
"Μπορεί να με αφήσουν να βγω από το στρατιωτικό νοσοκομείο, να επιστρέψω για λίγο στο σπίτι. Δεν ξέρω ακόμα, αλλά καλύτερα να μην περιμένεις."
Η Τατιάνα Πετρόβνα κάθισε για πολλή ώρα στο γραφείο, κοίταξε με τα μάτια ορθάνοιχτα έξω από το παράθυρο, όπου μέσα από την πυκνή πάχνη άρχισε να ξημερώνει, σκέφτηκε ότι από μέρα σε μέρα μπορεί να ερχόταν σε αυτό το σπίτι από το μέτωπο ένας άγνωστος άνθρωπος και να του είναι δύσκολο να συναντήσει ξένους ανθρώπους και να τα δει όλα διαφορετικά απ' ό,τι θα ήθελε.
Το πρωί η Τατιάνα Πετρόβνα είπε στην Βάρια ότι πήρε ένα ξύλινο φτυάρι και καθάρισε το μονοπάτι που πηγαίνει στο κιόσκι, πάνω από την χαράδρα. Το κιόσκι ήταν τελείως ετοιμόρροπο. Οι ξύλινοι στύλοι είχαν παλιώσει. Η Τατιάνα Πετρόβνα διόρθωσε μόνη της το κουδούνι της πόρτας. Πάνω του κρεμόταν μια αστεία επιγραφή ‘Κρέμομαι στην πόρτα- χτυπήστε με με χάρη’. Η Τατιάνα Πετρόβνα ακούμπησε το κουδουνάκι και αυτό άρχισε να κουδουνίζει με ψιλή φωνή. Ο γάτος Αρχίπ δυσαρεστημένος κούνησε τα αφτιά του, θύμωσε και βγήκε απο το χολ. Αυτό το ευχάριστο κουδούνισμα του φάνηκε ολοφάνερα θρασύ. Το μεσημέρι η Τατιάνα Πετρόβνα, ροδοκόκκινη, με μαύρα μάτια από το άγχος, έφερε από την πόλη έναν γέρο να κουρδίσει το πιάνο. Ήταν Τσέχος με ρωσική νοοτροπία, ωστόσο διόρθωνε κι άλλα αντικείμενα, όπως σόμπες κηροζίνης, κούκλες, φυσαρμόνικες και κουρδιστά πιάνα. Είχε πολύ αστείο επίθετο: Νεντιβάλ. Ο Τσέχος κούρδισε το πιάνο και είπε ότι ήταν παλιό, αλλά καλό.
Η Τατιάνα Πετρόβνα το ήξερε αυτό και προτού της το πει.
Όταν αυτός έφυγε, η Τατιάνα Πετρόβνα έριξε μια προσεκτική ματιά σε όλα τα συρτάρια του γραφείου και βρήκε έναν πάκο από βιδωτά κεριά. Τα τοποθέτησε στα κηροπήγια. Το βράδυ άναψε τα κεριά, κάθισε στο πιάνο και το σπίτι γέμισε από θόρυβο.
Όταν η Τατιάνα Πετρόβνα έπαψε να παίζει, έσβησε τα κεριά και στα δωμάτια μύρισε γλυκός καπνός που μύριζε έλατο.
Η Βάρια δεν άντεξε άλλο.
- Γιατί πειράζεις ξένα πράγματα; - είπε στην Τατιάνα Πετρόβνα.
Εμένα δεν με αφήνεις και εσύ τα πειράζεις όλα - και το κουδουνάκι και τα κεριά και το πιάνο- όλα τα πειράζεις. Και έβαλες πάνω στο πιάνο τις ξένες νότες .
- Επειδή εγώ είμαι μεγάλη- απάντησε η Τατιάνα Πετρόβνα.
Η Βάρια κατσούφιασε και την κοίταξε με δυσπιστία. Τώρα η Τατιάνα Πετρόβνα έμοιαζε ελάχιστα με μεγάλη. Φωτιζόταν ολόκληρη και έμοιαζε πιο πολύ με κείνο το κοριτσάκι με τα χρυσά μαλλιά, που είχε χάσει το χρυσό γοβάκια στο παλάτι. Για το κορίτσι αυτό διηγιόταν στη Βάρια η Τατιάνα Πετρόβνα.
Όσο βρισκόταν ακόμα στο τρένο, ο υπολοχαγός Νικολάϊ Ποταπόφ υπολόγισε ότι δεν θα του έμεναν παραπάνω από είκοσι τέσσερις ώρες για τον πατέρα του. Η άδειά του ήταν τόσο σύντομη και η διαδρομή θα του έτρωγε όλο τον χρόνο. Το τρένο έφτασε στην πόλη το μεσημέρι. Αμέσως, στο σταθμό ήδη, ο υπολοχαγός έμαθε από τον σταθμάρχη ότι ο πατέρας του έχει πεθάνει εδώ και ένα μήνα και ότι στο σπίτι τους είχε μετακομίσει μαζί με την κόρη της, μία νεαρή τραγουδίστρια από την Μόσχα.
- Να την αναγκάσεις να φύγει-είπε ο σταθμάρχης. Ο Ποταπόφ σιώπησε, κοίταξε έξω από το παράθυρο, όπου έτρεχαν οι επιβάτες με τις τσαγιέρες τους, ντυμένοι με τσόχινες μπότες και ζεστές ζακέτες. Ζαλίστηκε.
- Ναι – είπε ο σταθμάρχης, -καλόψυχος άνθρωπος ήταν. Και έτσι δεν πρόλαβε να δει τον γιο του.
- Πότε είναι το επόμενο τρένο επιστροφής; - ρώτησε ο Ποταπόφ.
- Την νύχτα, στις πέντε, -απάντησε ο σταθμάρχης, σιώπησε και μετά πρόσθεσε: -Μπορείτε να μείνετε σε μένα. Η γριά μου θα σας ποτίσει τσάι, θα σας ταΐσει. Δεν υπάρχει λόγος να πάτε σπίτι σας.
- Ευχαριστώ – απάντησε ο Ποταπόφ, κι έφυγε.
Ο σταθμάρχης τον κοίταξε και κούνησε το κεφάλι.
Ο Ποταπόφ διέσχισε όλη την πόλη και έφτασε ως το ποτάμι. Πάνω από το ποτάμι κρεμόταν ο μουντός ουρανός. Μεταξύ ουρανού και γης έπεφτε ένα πολύ ψιλό χιόνι. Πάνω στο γεμάτο από κουτσουλιές δρόμο περπατούσαν οι κάργιες. Σκοτείνιασε. Ο αέρας φυσούσε πάνω από το δάσος με τις σημύδες τόσο, που έφερνε δάκρια στα μάτια.
Τότε ο Ποταπόφ είπε - "μάλλον άργησα. Τώρα πια είναι όλα ξένα για μένα - και η πόλη αυτή και το ποτάμι και το σπίτι".
Κοίταξε πίσω του και είδε τη χαράδρα. Μέσα από την ομίχλη διακρινότανο κήπος και φαινόταν η σκιά του σπιτιού. Από την καπνοδόχο ανέβαινε ο καπνός, ο αέρας τον μετέφερε στο δασάκι με τις σημύδες. Ο Ποταπόφ, ενώ κατευθυνόταν προς το σπίτι, αποφάσισε να μην μπει μέσα αλλά να το προσπεράσει, να περάσει μόνο από τον κήπο και να σταθεί για λίγο στο παλιό κιόσκι. Μόνο η σκέψη ότι στο πατρικό του σπίτι διέμεναν κάποιοι ξένοι και αδιάφοροι, του ήταν ανυπόφορη.
Καλύτερα να μην δω τίποτα, να μην χαλάσω την καρδιά μου, να φύγω να ξεχάσω το παρελθόν.
"Και έπειτα", - σκέφτηκε ο Ποταπόφ, "μεγαλώνεις κάθε μέρα και ξαφνικά τα βλέπεις όλα πιο σκληρά."
Ο Ποταπόφ πλησίασε στο σπίτι το σούρουπο. Άνοιξε προσεχτικά την αυλόπορτα, αλλά αυτή έτριξε. Ο κήπος σαν να σκίρτησε και από τα κλαδιά έπεσε με θόρυβο το χιόνι. Ο Ποταπόφ κοίταξε πίσω προς το κιόσκι. Το μονοπάτι ήταν καθαρισμένο από το χιόνι. Ο Ποταπόφ πέρασε μέσα στο κιόσκι και ακούμπησε τα χέρια του πάνω στα παλιά κάγκελα. Ο ουρανός ρόδισε. Μάλλον πίσω από τα σύννεφα ανέβαινε το φεγγάρι. Ο Ποταπόφ έβγαλε το καπέλο του και χάιδεψε τα μαλλιά του. Κάτω από το βουνό είχε πολλή ησυχία. Οι γυναίκες πήγαιναν να πάρουν νερό από το πηγάδι με τους κουβάδες, κάνοντας θόρυβο.
Καθώς ακούμπησε τα χέρια του στα κάγκελα είπε: - Πώς γίνεται αυτό;
Κάποιος τον ακούμπησε προσεχτικά στον ώμο και καθώς κοίταξε πίσω του είδε μια νεαρή γυναίκα, με αυστηρά χλωμό πρόσωπο που φορούσε ένα ζεστό μαντίλι στο κεφάλι. Πάνω στα βλέφαρα και τα μάγουλά της έλιωνε το χιόνι, προφανώς αυτό που είχε πέσει από τα κλαδιά.
- Φορέστε το καπέλο σας – του είπε σιγανά η γυναίκα – θα κρυώσετε.
Και πάμε σπίτι , δεν πρέπει να στέκεστε εδώ.
Ο Ποταπόφ σιώπησε. Η γυναίκα τον τράβηξε από το παλτό και τον οδήγησε από το καθαρό από χιόνι μονοπάτι. Κοντά στις σκάλες, ο Ποταπόφσταμάτησε , μια κράμπα τον έπνιγε στο λαιμό και δεν μπορούσε να πάρει αναπνοή. Η γυναίκα του είπε χαμηλόφωνα:
- Δεν είναι τίποτα, κι σείς μην ντρέπεστε, σε λίγο θα σας περάσει.
Εκείνη κοπάνησε τα πόδια της στο πάτωμα για να φύγει το χιόνι από τις μπότες της. Αμέσως χτύπησε το κουδούνι στον προθάλαμο και ο Ποταπόφ πήρε μια βαθιά αναπνοή και μπήκε κι αυτός, μουρμουρίζοντας ντροπαλά.
Έβγαλε στο χολ το παλτό του, ένιωσε τη μυρωδιά από τα καμένα ξύλα και είδε τον Αρχίπ, ο οποίος καθόταν στο ντιβάνι και χασμουριόταν.
Κοντά στο ντιβάνι στεκόταν ένα κορίτσι με κοτσιδάκια και με χαρούμενο βλέμμα κοίταζε τον Ποταπόφ, όχι όμως στα μάτια αλλά στα χρυσά γαλόνια που είχε στα χέρια του.
- Ελάτε – είπε η Τατιάνα Πετρόβνα και τον οδήγησε στην κουζίνα, εκεί είχε κρύο πηγαδίσιο νερό στην κανάτα και κρεμόταν η γνωστή λινή πετσέτα με τα κεντημένα φύλλα από βελανιδιά.
Η Τατιάνα Πετρόβνα βγήκε. Το κοριτσάκι έφερε στον Ποτάποφ το σαπούνι και παρατηρούσε πώς πλενόταν, αφού πρώτα είχε βγάλει το χιτώνιο. Ο Ποταπόφ εξακολουθούσε να ντρέπεται.
- Ποια είναι η μαμά σου; - τη ρώτησε μόνο και μόνο για να πιάσει κουβέντα.
- Αυτή νομίζει ότι είναι μεγάλη, αλλά δεν είναι μεγάλη, είναι χειρότερη από μένα.
- Γιατί; -ρώτησε ο Ποταπόφ.
Αλλά το κοριτσάκι δεν απάντησε, χαμογέλασε κι έφυγε τρέχοντας από την κουζίνα.
Ο Ποταπόφ όλη την νύχτα δεν μπορούσε να απαλλαγεί από μια περίεργη αίσθηση, σαν να έβλεπε όνειρο. Όλα στο σπίτι ήταν όπως ακριβώς φανταζόταν πως θα ήταν. Οι ίδιες νότες πάνω στο πιάνο, τα ίδια βιδωτά κεριά, τα οποία έτριζαν και φώτιζαν το γραφείο του μπαμπά. Ακόμη, επάνω στο γραφείο ήταν τοποθετημένα κάτω από την πυξίδα τα γράμματα από το νοσοκομείο . Συνήθως έτσι τα στοίβαζε κάτω από την πυξίδα. Μετά το τσάι, η Τατιάνα Πετρόβνα οδήγησε τον Ποταπόφ στον τάφο του πατέρα του που βρισκόταν πίσω από το δασάκι. Το φεγγάρι που ήταν κρυμμένο πίσω από τα σύννεφα ανέβηκε πολύ ψηλά και από το φως του φωτίζονταν οι σημύδες, κάνοντας σκιά στο χιόνι.
Μετά, αργά το βράδυ η Τατιάνα Πετρόβνα, αφού κάθισε στο πιάνο και άρχισε να πατάει τα πλήκτρα με προσοχή, στράφηκε προς τον Ποταπόφ και του είπε:
- Μου φαίνεται ότι κάπου σας έχω ξαναδεί
- Ναι, μάλλον – απάντησε ο Ποταπόφ.
Την παρατηρούσε. Το φως από τα κεριά έπεφτε λοξά και φώτιζε το μισό πρόσωπό της. Ο Ποταπόφ σηκώθηκε και πήγαινε από τη μια γωνιά του δωματίου στην άλλη, σταμάτησε.
- Όχι, δεν μπορώ να θυμηθώ – είπε αυτός χαμηλόφωνα.
Η Τατιάνα Πετρόβνα στράφηκε προς το μέρος του και τον κοίταξε με δειλί , αλλά δεν του απάντησε τίποτα .
Έστρωσαν στον Ποταπόφ να κοιμηθεί στο ντιβάνι του γραφείου, εκείνος όμως δεν είχε ύπνο. Κάθε λεπτό σε αυτό το σπίτι του φαινόταν πολύτιμο και δεν ήθελε να το χάσει. Πλάγιασε και άκουσε τα κλέφτικα βήματα του Αρχίπ. Το ρολόι έτριζε, άκουσε τγβ Τατιάνα Πετρόβνα να λέει κάτι στην παραμάνα πίσω από την κλειστή πόρτα. Μετά οι φωνές έπαψαν να ακούγονται, η παραμάνα έφυγε . Από τη χαραμάδα της πόρτας έμπαινε φως. Ο Ποταπόφ άκουσε κάποιον να θορυβεί, ξεφυλλίζοντας κάτι – η Τατιάνα Πετρόβνα μάλλον διάβαζε, υπέθεσε ο Ποταπόφ: δεν είχε ξαπλώσει για να τον ξυπνήσει να μην χάσει το τρένο. Ήθελε να της πει ότι ούτε κι αυτός κοιμόταν, αλλά δεν αποφάσιζε να τη φωνάξει.
Στις τέσσερις, άνοιξε την πόρτα σιγά σιγά και φώναξε τον Ποταπόφ. Εκείνος κουνήθηκε.
- Είναι ώρα να σηκωθείτε – είπε αυτή. - Πολύ λυπάμαι που σας ξυπνώ!
Η Τατιάνα Πετρόβνα ξεπροβόδισε τον Ποταπόφ μέχρι τον σταθμό μέσα στην νύχτα. Μετά το δεύτερο χτύπημα αποχαιρετίστηκαν. Η Τατιάνα Πετρόβνα του έδωσε και τα δυο της χέρια και του είπε:
- Να μας γράφετε. Εμείς τώρα είμαστε σαν συγγενείς . Έτσι δεν είναι;
Ο Ποταπόφ δεν είπε τίποτα, παρά κούνησε μόνο το κεφάλι.
Μετά από λίγες ημέρες η Τατιάνα Πετρόβνα έλαβε γράμμα από τον Ποτάποφ.
"Θυμήθηκα πού έχουμε συναντηθεί", – έγραφε ο Ποταπόφ – "αλλά δεν ήθελα να σας μιλήσω γι' αυτό στο σπίτι. Θυμηθείτε το φθινόπωρο του χίλια εννιακόσια είκοσι εφτά στην Κριμαία. Στα παλιά πλατάνια του πάρκου Λιβαντίσκομ . Είχε σκοτεινιάσει ο ουρανός και η θάλασσα είχε χλομιάσει. Εγώ προχωρούσα στην δρόμο της οδού Οριάντο. Στο παγκάκι δίπλα από τον δρόμο καθόταν μια κοπέλα, τότε θα ήταν περίπου δεκαέξι χρονών. Αυτή με είδε, σηκώθηκε και με πλησίασε . Όταν πλησιάσαμε αρκετά ο ένας τον άλλον, τότε εγώ την παρατήρησα. Αυτή με προσπέρασε πολύ γρήγορα και εύκολα, κρατώντας στα χέρια ένα ανοιχτό βιβλίο. Εγώ σταμάτησα και την παρατηρούσα για ώρα καθώς έφευγε. Αυτή η κοπέλα ήσασταν εσείς. Δεν μπορεί να έκανα λάθος. Σας κοιτούσα ενόσω φεύγατε και ένιωσα ότι με προσπέρασε μια γυναίκα η οποία μπορούσε να μου καταστρέψει ολόκληρη την ζωή ή να μου χαρίσει τεράστια ευτυχία. Κατάλαβα ότι μπορώ να αγαπήσω αυτή την γυναίκα μέχρι την ολοκληρωτική απάρνηση του ευατού μου. Τότε ήξερα ότι πρέπει να σας βρω γιατί αλλιώς θα μου στοίχιζε. Έτσι σκέφτηκα τότε αλλά δεν κουνήθηκα από την θέση μου. Γιατί; - δεν ξέρω. Από τότε αγάπησα την Κριμαία και κείνο τον δρόμο, όπου σας είδα για μια στιγμή και σας έχασα για πάντα. Αλλά να που η ζωή τα έφερε έτσι ώστε να σας συναντήσω ξανά. Και αν αυτό είναι να έχει καλό τέλος και εσείς χρειαστείτε τη ζωή μου, φυσικά και θα γίνει δική σας. Ναι, βρήκα πάνω στο γραφείο του πατέρα μου το γράμμα μου διαβασμένο. Τώρα τα κατάλαβα όλα και μπορώ να σας ευχαριστήσω από μακριά’
Η Τατιάνα Πετρόβνα άφησε το γράμμα και με θολά μάτια κοίταξε τον χιονισμένο κήπο πίσω από το παράθυρο. Ύστερα είπε:
- Θεέ μου, δεν έχω πάει ποτέ μου στην Κριμαία! Ποτέ! Αλλά αυτό τώρα δεν έχει καμία σημασία. Και άραγε αξίζει να τον απαρνηθώ;
Χαμογέλασε κι έκλεισε τα μάτια με την παλάμη της. Έκλαιγε πίσω από το παράθρυι και δεν μπορούσε με τίποτα να σβήσει το θαμπό ηλιοβασίλεμα.